επιτραχήλιο

επιτραχήλιο
επιτραχήλιο το
епитрахиль – одно из священнических облачений под фелонью, надеваемое на шею и простирающееся донизу. Епитрахиль означает совершительную и свыше сходящую благодать Святого Духа. Подобно Христу, несшему на своих плечах крест на страдание, поступает и иерей, удостоившись совершать таинства страданий Его. Без епитрахили священнику нельзя совершать ни одной службы
Этим.
< επιτραχήλιον < επι- + -τραχήλιον < τράχηλος «на шее»

Η εκκλησία λεξικό (Церковный словарь Назаренко). 2013.

Смотреть что такое "επιτραχήλιο" в других словарях:

  • επιτραχήλιον — το (Μ ἐπιτραχήλιος, ον) νεοελλ. μσν. το ουδ. ως ουσ. το επιτραχήλιο( ν) και περιτραχήλιο( ν) κν. πετραχήλι μσν. αυτός που ανήκει, αναφέρεται ή βρίσκεται στον τράχηλο. [ΕΤΥΜΟΛ. < επί + τράχηλος] …   Dictionary of Greek

  • περιτραχήλιος — ον, ΜΑ [περιτράχηλος] 1. ο γύρω από τον τράχηλο, αυτός που περιβάλλει τον τράχηλο 2. το ουδ. ως ουσ. τὸ περιτραχήλιον περιδέραιο μσν. το ουδ. ως ουσ. το επιτραχήλιο, το πετραχήλι …   Dictionary of Greek

  • πετραχήλι — Το πετραχήλιον ή επιτραχήλιον, ένα δηλαδή από τα άμφια των κληρικών. Είναι κομμάτι από ύφασμα που το φορούν από τον τράχηλό τους ως άμφιο και ως διακριτικό τους αξιώματός τους οι πρεσβύτεροι. Ως σύμβολο της ιερατικής εξουσίας, πρέπει να το φορούν …   Dictionary of Greek

  • πλάστιγγα — η / πλάστιγξ, ιγγος, ΝΜΑ, ιων. τ. πλήστιγξ Α ο καθένας από τους δίσκους τού ζυγού, τής ζυγαριάς νεοελλ. 1. είδος ζυγού μεγάλων διαστάσεων κατάλληλου για το ζύγισμα βαρέων σωμάτων 2. φρ. «η πλάστιγγα κλίνει» ή «η πλάστιγγα γέρνει» λέγεται στις… …   Dictionary of Greek

  • πρεσβύτερος — η και έρα, ο / πρεσβύτερος, έρα, ον, ΝΑ, και βοιωτ. τ. αρσ. πρισγούτερος και θηλ. πρεσβυτερίς, ίδος, Α [πρέσβυς] 1. γεροντότερος, μεγαλύτερος στην ηλικία από κάποιον άλλο 2. το αρσ. ως ουσ. ο πρεσβύτερος εκκλ. ο δεύτερος βαθμός ιερωσύνης που… …   Dictionary of Greek

  • τραχηλιά — η / τραχηλέα, ΝΜ, και τραχηλιά Μ νεοελλ. 1. (για ένδυμα) το γύρω από τον τράχηλο μέρος και, ιδίως, το άνοιγμα τού πουκαμίσου που βρίσκεται γύρω από τον λαιμό 2. (σχετικά με νήπια) σαλιάρα 3. (σχετικά με υποζύγια) πλατύ περιλαίμιο 4. τεμάχιο… …   Dictionary of Greek

  • Μουσείο, Εκκλησιαστικό Αμοργού — Σε τρία μικρά κελιά της Μονής της Παναγίας της Χοζοβιώτισσας, σε παλαιές ξύλινες προθήκες και ξύλινα πλαίσια που δωρήθηκαν από το Mουσείο Mπενάκη, εκτίθενται μερικά από τα καλύτερα διατηρημένα κειμήλια της μονής. Aπό την πλούσια συλλογή… …   Dictionary of Greek

  • Μουσείο, Εκκλησιαστικό Εκατονταπυλιανής Πάρου — Η εκκλησία της Εκατονταπυλιανής (ονομασία που πήρε από τις εκατό πύλες που, σύμφωνα με την παράδοση, είχε) ή Καταπολιανής (που σημαίνει κατά την πόλη, δηλαδή προς το μέρος της αρχαίας πόλης) θεωρείται ένα από τα σημαντικότερα μνημεία της… …   Dictionary of Greek

  • πετραχήλι — πετραχήλι, το και επιτραχήλιο, το ιερό άμφιο, που το φορά ο παπάς όταν ιερουργεί. Φρ., «Υποσχέθηκε λαγούς με πετραχήλια», υποσχέσεις μεγάλες και απραγματοποίητες …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»